21.5.11

Βέροια, ΗΜΑΘΙΑ

να ξυπνάς κάθε μέρα και να μη θυμάσαι τι ώρα κοιμήθηκες την προηγούμενη. να διαβάζεις αυτό το βιβλίο για τους χαζάρους και τους σέρβους δηλαδή, και τα όνειρα που μπλέκονται μέσα σε αρρώστιες και διαλυμένες ζωές, κάπου μακριά, και να ξεχνάς πότε το διάβασες. να ξεχνάς αν ήσουν καν εκεί. να περιμένεις κάθε βράδυ, με την ίδια διάλυση, να πέσεις στο κρεβάτι, και να διαλύεται ο εγκέφαλος από τις εκδοχές, όπως παλιά, ή μάλλον όπως πάντα. να προσπαθείς να βρεις άκρες στην απειρία των πιθανοτήτων, να προσπαθείς να βάλεις constraints ακόμα και στο κάθε παραμικρό τελείωμα της κάθε μικρότατης και υπεράσκοπης πράξης, να κοιτάς αυτές τις γυναίκες που βλέπει η oedipa maas, ενώ δουλεύουν "πλέκοντας τον μανδύα της γης", terrestrial tapestries, να στέκεσαι πιά πάνω στο άπειρο, και πάλι και πάλι και να κοιτάς και να μην ξέρεις, απλά να μην ξέρεις.

και να ξυπνάς και να ξεχνάς που είσαι, να κόβεις τις μπανάνες και τις φράουλες, να τρως τα κορνφλέικς, να πίνεις το γάλα, να κοιτάς τον εαυτό σου, να κοιτάς τον υπολογιστή, να ανοίγεις το άμπλετον, να κοιτάς το χάος, και πάλι το χάος, και πάλι το άπειρο.

να βλέπεις μέσα από όλα τα πρίσματα το άλεφ, και μέσα στο άλεφ τη γη, και μέσα από τη γη το άλεφ, και να προσπαθείς να χαρείς, χωρίς να ξέρεις γιατί χαίρεσαι, μάλλον απλά στην σκέψη ότι ένας όγκος είναι όμορφος απλά κοιτώντας τον. ένας όγκος πληροφορίας, ένας όγκος δουλειάς, και να σκέφτεσαι πόσο ωραία θα ήταν να χάνονταν ξαφνικά τα πάντα. και οι κάρτες του σαμπλερ, και τα εφέ, και τα αρχεία του άμπλετον, και ο σκληρός με το μπακάπ, και το πισί και όλα. να διαλύονταν κατα λάθος, και να μην είχες καν να πας από ακτή σε ακτή αναδρομικά να τα πετάς όλα μέσα.

να σκέφτεσαι ότι θα μπορούσες να μην είχες κάνει τίποτα απολύτως για ένα χρόνο, παρα μόνο να διάβαζες κάθε μέρα, συνέχεια, τη "ζωή οδηγίες χρήσεως", επαναλαμβανόμενα, κοιτώντας κάθε μέρα και προσπαθώντας να καταλάβεις γιατί απέτυχε ο μπάρτλμπουθ, μία ζωή αφοσιωμένη στον μηδενισμό των αναμνήσεων, που απέτυχε.

να σκέφτεσαι πως ότι κι αν γίνει, δεν θα ξαναγυρίσεις ποτέ στην βέροια υπό τέτοιες συνθήκες, και πως το δωμάτιο και το σπίτι θα μείνουν μάλλον άδεια. και θυμάσαι μετά εκείνη τη σημείωση του κυριακίδη, πως ο περέκ αγαπάει τα αντικείμενα, όλα τα αντικείμενα, γιατί οι άνθρωποι τα αγάπησαν πρώτα απ' όλα, αυτοί. και ας μείνουν εκεί που είναι.

και σκέφτεσαι ότι μια ζωή αφοσιωμένη στην αποτυχία, θα καταλήξει και πάλι στην αποτυχία, και πως η πραγματικότητα πάντα θα σου δείχνει στο τέλος το αληθινό σκληρό της πρόσωπο, και δεν ξέρεις αν σε νοιάζει, μάλλον γιατί δεν μπορείς να κάνεις τίποτα.

και το βλέπεις ότι τελειώνει, αλλά δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. κι αν έγινε ένα λάθος από την αρχή, και σκότωσες κατα λάθος τον ινδουιστή φοιτητη, πάλι δεν θα μπορείς να κάνεις τίποτα.

αλλά ναι, ποτέ δεν μπορούσες, ποτέ δεν έκανες, τίποτα ποτέ. κενό.

2 σχόλια:

  1. σε νιώθω. πραγματικά όμως.
    αλλά στο μπούτσο σου εμείς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή